Προκυρήξεις
Η καρδιά του κτήνους είναι στα σύνορα
"Τι να της κάνω της καρδιάς της παραπονεμένης;
Βολές με κάνει και γελώ, βολές κι αναστενάζω·
Για ν' αποθάνω, δε μπορώ, να ζήσω πώς να ζήσω;
Να πάνω σ' άλλο σύνορο και σ' άλλο βιλαέτι,
ξένος κι εδώ, ξένος κι εκεί, κι όπου κι αν πάω ξένος."
Ηπειρώτικο, Της Ξενιτιάς
Τα τελευταία χρόνια ραγδαία είναι σύμφωνα με ειδικούς η αύξησης της ναυσιπλοΐας στις θάλασσες, ειδικά στη μεσόγειο. Όχι δεν μιλάμε για τα κινέζικα εμπορεύματα που απειλούν την ευημερία της δύσης.
Παράλληλα, ανησυχία έχει προκαλέσει σε κύκλους της ευρωπαϊκής ένωσης μια έντονη κινητικότητα στα ανατολικά της σύνορα, από τον Έβρο ως Πολωνία. Όχι δεν είναι το ανατολικό μέτωπο που αναζωπυρώθηκε από απόγονους του Αττίλα.
Εδώ και κάμποσο καιρό τα σύνορα διασχίζονται από σιωπηλές και αποκαμωμένες φιγούρες. Διαπερνούν φυλάκια, ναρκοπέδια, λιμενικά μπλόκα και υπερσύγχρονα ραντάρ. Είναι οι μετανάστες. Άνθρωποι αποφασισμένοι να κινηθούν για να ζήσουν μακριά από τη φρίκη ενός πολέμου, την ανέχεια μιας τριτοκοσμικής επαρχίας. Το άπλωμα της καπιταλιστικής σχέσης ακόμη και στα πιο απίθανα σημεία αυτού του πλανήτη παράγει αφόρητες συνθήκες ζωής. Ιδιαίτερα εκεί, όπου η ιστορία των αγώνων από τα κάτω δεν οδήγησε σε ένα κοινωνικό συμβιβασμό, εκεί όπου ο πόλεμος αποτελεί μια καθημερινότητα δεκαετιών, εκεί όπου τα αποικιακά καθεστώτα μετασχηματίστηκαν σε δικτατορίες ή καταπιεστικές θεοκρατίες. Εκεί, μαζικά άνθρωποι επιλέγουν να μετακινηθούν. Προορισμός και μονόδρομος η Ευρώπη.
Η καρδιά του κτήνους είναι στα σύνορα
Είτε ανατινάζονται σε κάποιο ναρκοπέδιο, είτε πνίγονται στα παγωμένα νερά κάποιου μεσογειακού πελάγους σίγουρα δεν φταίει η ώρα η κακή. Είναι αποτέλεσμα της θωράκισης των συνόρων της Ευρώπης και ιδιαίτερα των ελληνικών με μηχανισμούς ελέγχου και απροκάλυπτου θανάτου. Ο μύθος για το ελληνικό σταυροδρόμι των πολιτισμών είναι μάλλον ένας από τους χειρότερους εφιάλτες για χιλιάδες που διασταυρώνονται με τη βία του συνόρου. Τα σύνορα, όπως όλοι οι διαχωρισμοί που επιβάλλει η κυριαρχία είναι ένα ακόμη μέσο που αποσκοπεί στο να κατακερματίζει τους ανθρώπινους πληθυσμούς, να τους καθυποτάσσει και να τους ελέγχει. Ένας πόλεμος χαμηλής έντασης διεξάγεται εδώ και μια 15ετία στα όρια της ευρωπαϊκής επικράτειας και πολύ πιο έντονα της ελληνικής, που περιλαμβάνει φύλακες, στρατούς, νάρκες, συρματοπλέγματα. Στην προσπάθεια για μια πιο συγκεκριμένη και αναγνωρίσιμη μεταναστευτική πολιτική ιδρύθηκε πρόσφατα η ευρωπαϊκή υπηρεσία Frontex με έδρα την Πολωνία και αποστολή την ενοποίηση των τεχνικών ελέγχου και αστυνόμευσης στα κοινά ευρωπαϊκά σύνορα. Αυτό όμως που ουσιαστικά αλλάζει σήμερα στην ευρωπαϊκή πολιτική μετανάστευσης είναι ότι δεν ενισχύονται απλά οι φραγμοί εισόδου στις χώρες προορισμού, αλλά αυξάνονται τα εμπόδια στις χώρες προέλευσης ή στους ενδιάμεσους σταθμούς. Το συνοριακό καθεστώς της ΕΕ μετατοπίζεται όλο και περισσότερο, «εξωτερικεύεται» προς την ανατολή και το νότο. Αυτό σημαίνει ότι χώρες όπως οι πρώην γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες και η Ουκρανία, το Μαρόκο, η Λιβύη, η Τυνησία εμπλέκονται όλο και περισσότερο στον έλεγχο των ευρωπαϊκών συνόρων. Όσο πιο μακριά από την ακτογραμμή βουλιάζει ένα καράβι, τόσο συρρικνώνεται ο αντίκτυπος, τόσο πιο δύσκολα θα γεννηθούν διαδικασίες αγώνα και αλληλεγγύης. Όσο πιο απόμακρη και απροσδιόριστη παραμένει η εστία του φόβου, τόσο πιο δύσκολα απομυθοποιείται.
Το νέο απαρντχάιτ της Ελλάδας
Όσοι τελικά περάσουν από το φίλτρο του συνόρου, έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με χώρους εγκλεισμού, τα λεγόμενα κέντρα κράτησης. Στην ελληνική επικράτεια μόνο, υπάρχουν περίπου 20-30 τέτοιοι χώροι. Τόποι όπου δεν ισχύει κανένας νόμος. Εκατοντάδες μετανάστες παραμένουν στοιβαγμένοι εβδομάδες ή και μήνες, μέχρι να τους απελάσουν συνοπτικά και απροειδοποίητα. Για τους διοικητικούς μηχανισμούς του κράτους, ο μετανάστης είναι ένα άγραφο χαρτί, ένας βιολογικός οργανισμός χωρίς ιστορία, χωρίς δικαιώματα, χωρίς πολιτική υπόσταση, ένα κουρασμένο σώμα, που όλος παραδόξως κατάφερε να ξεγλιστρήσει. Η υπόθεση των μεταναστών χωρίς «χαρτιά» δείχνει με τον πιο πειστικό τρόπο το αδιέξοδο των πολιτικών δομών και αξιών της αστικής δημοκρατίας. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι το κατεξοχήν πεδίο άσκησης βιοπολιτικής από το έθνος κράτος. Ο χώρος της εφαρμογής πολιτικών ελέγχου και ασφάλειας, όπου η ζωή αντιμετωπίζεται απογυμνωμένη από κάθε πολιτική μεσολάβηση ή διακύβευση και εκτίθεται ως τέτοια στις αποφάσεις των κυρίαρχων. Οι μετανάστες χωρίς «χαρτιά», οι λαθρομετανάστες, αλλά και οι αποδέκτες ανθρωπιστικής βοήθειας, οι φιλοξενούμενοι σε κέντρα υποδοχής και καταυλισμούς προσφύγων εξαιρούνται από το πολιτικό πεδίο της ζωής, παρόλο που η κατάστασή τους είναι σαφώς πολιτική. Στερημένοι της ιδιότητας του πολίτη και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, η ύπαρξή τους περιστέλλεται στη σφαίρα των τεχνικών εξουσίας και επιτήρησης. Τα παραδείγματα πολλά: Τα αζήτητα πτώματα των λαθρομεταναστών από τα ναυάγια, τις νάρκες ή το κρύο, για το θάνατο των οποίων καμία ευθύνη και τιμωρία δεν αποδίδεται, οι στοιβαγμένοι στις αποθήκες των κέντρων υποδοχής που δεν ανήκουν σε καμία επικράτεια, δεν έχουν άδεια παραμονής, ούτε δικαίωμα νομικής βοήθειας, όλοι όσοι μπορούν να βρεθούν κάθε στιγμή από το κέντρο της πόλης σε στρατόπεδο εγκλεισμού η στα σύνορα. Αυτή η κατάσταση εξαίρεσης από το δικαιοπολιτικό σύστημα των δυτικών κοινωνιών, στο βαθμό που στη σημερινή εποχή γίνεται ο κανόνας, αποτελεί την έννοια ορόσημο γύρω από την οποία μπορούμε να συλλάβουμε τον αποκλεισμό του διαφορετικού ως θεμέλιο της έννοιας του πολίτη στο έθνος κράτος.
Διαχείριση της μετανάστευσης στο καπιταλιστικό έδαφος
Οι αρχές της δεκαετίας του ΄90 σηματοδότησαν μια «αλλαγή παραδείγματος» για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό και όχι μόνο. Οι βασικές συνιστώσες αυτής της αλλαγής είναι οι εξής: από τη μία επέκταση του κεφαλαίου στις αγορές των Βαλκανίων και μαζική εισροή μεταναστών (ως οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος), από την άλλη προώθηση μέτρων αναδιάρθρωσης σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Η συνολική υποτίμηση της ζωής των μεταναστών ήταν απαραίτητος όρος για τη λειτουργία τους ως φτηνό εργατικό δυναμικό. Κι αυτό μάλιστα σε μια συγκυρία που το κεφάλαιο έβλεπε τους κοινωνικούς αγώνες να αυξάνονται και την κερδοφορία του να ελαττώνεται. Ο εξαπλωνόμενος ρατσισμός, το lifestyle και το εθνικιστικό παραλήρημα του μακεδονικού δούλεψαν αθροιστικά για να εντείνουν τις διαιρέσεις. Οι μετανάστες συγκέντρωσαν τα συσσωρευμένα αδιέξοδα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Συμπύκνωσαν συμβολικά τους φόβους και τις προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας που πάτησε πάνω τους ώστε σε μια δεκαετία η (και καλά) «ψωροκώσταινα» να μετατραπεί στην «ισχυρή Ελλάδα». Τίποτα δεν ήταν τυχαίο.
Ούτε είναι τυχαίο ότι την τελευταία δεκαετία η διαχείριση της μετανάστευσης αλλάζει. Ο κοινωνικός κανιβαλισμός που αφέθηκε τα πρώτα χρόνια να αλωνίζει σε εργοτάξια, σεξοπάζαρα και χωράφια δίνει τη θέση του στην «ορθολογική» διαχείριση της μετανάστευσης από τη μεριά του διοικητικού μηχανισμού, κάτι που δίνει τη δυνατότητα στο κράτος να ενδύεται κατά περίπτωση το μανδύα του «αντιρατσισμού» και της «κοινωνικής ευαισθησίας». Φυσικά, ο «ορθός λόγος» εδώ δεν είναι παρά ο «λόγος του κεφαλαίου», δηλαδή η αύξηση της κερδοφορίας του. Η νομιμοποίηση με βάση τις «ανάγκες της αγοράς εργασίας» δεν είναι παρά η επιστημονική απάντηση στο ερώτημα «πόσους μετανάστες χρειαζόμαστε και που». Με άλλα λόγια, η εκμετάλλευση της εργασίας του μετανάστη ρυθμίζεται με τον εκβιασμό ότι πρέπει να δουλεύει για να διατηρεί άδεια παραμονής, καθεστώς που έχει αποφασιστεί πανευρωπαϊκά και ισχύει απαράλλαχτο και στις ΗΠΑ. Ο εκβιασμός αυτός τον αναγκάζει να είναι διαρκώς σε αναζήτηση δουλειάς με συνέπεια να περιορίζει την κοινωνική κινητικότητα του. Φανταστείτε λοιπόν με ποιον τρόπο 1.000.000 μετανάστες που ζουν στην Ελλάδα αποτρέπονται να απεργήσουν. Ή τι θα συνέβαινε αν απεργούσαν.
Ο μετασχηματισμός της έννοιας του πολίτη και η εργασιακή ευελιξία συνιστούν εξελίξεις που έρχονται να συμπεριλάβουν όλο και μεγαλύτερα κομμάτια της κοινωνίας. Η ασφάλεια ανάγεται σε βασική αρχή της κρατικής δραστηριότητας. Η διαρκής επίκληση μιας έκτακτης κατάστασης και τα μέτρα ασφαλείας συντείνουν προς την προϊούσα αποπολιτικοποίηση της κοινωνίας. Οι διακηρύξεις περί ισότητας και η φιλελεύθερη παράδοση των ατομικών δικαιωμάτων, οι πυλώνες της αστικής δημοκρατίας, υποχωρούν σημαντικά στο όνομα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Από την άλλη μεριά, η άτυπη, ανίσχυρη, ανοργάνωτη, εκβιάσιμη και τελικά φθηνή εργασία προβάλλεται ως το εργασιακό ιδανικό της νέας εποχής. Όταν το κεφάλαιο δεν μεταναστεύει προς το εργασιακό Eldorado, φροντίζει να εισάγει τις εκάστοτε επιθυμητές εργασιακές σχέσεις που δε συναντιούνται μόνο στις δουλειές των μεταναστών, αλλά και σε ευρύτερα και διογκούμενα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Η επισφαλής εργασία και ο εκβιασμός της ανεργίας είναι καθημερινότητα για όλο και περισσότερους. Η ωμότητα αυτών των μετασχηματισμών δείχνει το αδύνατο της επιστροφής στην υποτιθέμενη χρυσή εποχή του κοινωνικού κράτους και του φορντικού συμβιβασμού ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο.
Διαίρει και Βασίλευε
Στον τυφλό ρατσισμό των πρώτων χρόνων έρχονται πλέον να προστεθούν διαφορετικές παραλλαγές του. Σήμερα, δεν προτάσσεται, ρητά τουλάχιστον, η φυλετική κατωτερότητα των ξένων, αλλά η πολιτιστική διαφορά. Με άλλα λόγια, «δεν θέλουμε τους ξένους», όχι γιατί είναι κατώτεροι, αλλά για να μπορεί ο κάθε λαός να διατηρεί την καθαρότητα και την διαφορετικότητα της κουλτούρας του απέναντι στην ανάμειξη των πολιτισμών. Έτσι, θα αποφεύγονται οι κοινωνικές συγκρούσεις που δημιουργεί αυτό το μπαστάρδεμα. Φαύλος κύκλος. Ο ρατσισμός χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τον ίδιο το ρατσισμό. Είναι ο σφικτός εναγκαλισμός με τα εθνικά ιδεώδη, ο αυτοπροσδιορισμός με βάση την εθνική ταυτότητα που παράγουν το ρατσισμό και όχι οι –άλλωστε εύκολα στιγματιζόμενες– σοβινιστικές απόψεις ορισμένων εθνικιστικών ομάδων. Δεν είναι τα παραληρήματα κάποιων ακροδεξιών γκρουπών αλλά το ίδιο το έθνος ως φαντασιακή κοινότητα και ιστορικό πεπρωμένο που γεννά την αγάπη προς τον Έλληνα – όποιος και αν είναι αυτός– και το μίσος προς το ξένο, τον αλλοεθνή. Το γενικευμένο πογκρόμ Αλβανών σε ολόκληρη την επικράτεια μετά την ήττα της ελληνικής εθνικής ομάδας πριν από δύο χρόνια δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης των μεταναστών με όρους φτηνού εργατικού δυναμικού. Ήταν η γλαφυρή αποτύπωση, με την ευγλωττία του χυμένου αίματος, του θριαμβεύοντος –παρά την ποδοσφαιρική ήττα– εθνικισμού και του ρατσισμού της ελληνικής κοινωνίας .
Το ανομολόγητο ζήτημα που βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος είναι η οργανωμένη πολιτική διαχείριση της μετανάστευσης με όρους αναπαραγωγής του συστήματος. Ο έλεγχος της δύναμης των μεταναστών, με ένα επίσημο πια καθεστώς ομηρίας. Ο έλεγχος των ντόπιων πληθυσμών μέσω της γενίκευσης του φόβου για τον ξένο που θα πάρει τη δουλειά, θα βιάσει και θα κλέψει. Η εγκληματοποίηση των Αλβανών μεταναστών από τα μίντια αντανακλά με καθαρότητα τους δύο πόλους του ελέγχου. Εγκληματίας για να δουλεύει και να το βουλώνει. Εγκληματίας για να φοβίζει και να περιχαρακώνει στη θολούρα της εθνικής ενότητας. Την εγκληματοποίηση των 90ς ως ρητορική, κινδυνολογία και ως πολιτική του φόβου έχει αντικαταστήσει σήμερα η παράνομη διέλευση των συνόρων, οι μεταδοτικοί ιοί, το τέλος των κεκτημένων.
Από κει και πέρα, η κίνηση των μεταναστών διαμέσου των συνόρων, είτε αντιμετωπίζεται ως αναγκαστική φυγή από τον τόπο που γεννήθηκαν και έζησαν, είτε αποκτά χαρακτηριστικά αγώνα που αμφισβητεί έμπρακτα και συλλογικά τη λογική της Ευρώπης – Φρούριο (όπως η έφοδος στους ισπανικούς θύλακες της Ceuta και της Melilla), καλεί σε αμφισβήτηση των αρχών του έθνους κράτους. Το εθνικοποιημένο έδαφος και οι δεσμοί αίματος καθορίζουν την εγγραφή κάποιου στην κρατική τάξη και την αναγνώριση της ιδιότητας του πολίτη. Οι εντός συγκροτούν το έθνος που απολαμβάνουν τη δημοκρατία, οι εκτός το όριο που είναι απαραίτητο για τον εξ αντιδιαστολής ορισμό του έθνους. Οι «χωρίς χαρτιά» δεν είναι ούτε εντός, ούτε εκτός, ούτε πολίτες της χώρας που βρίσκονται, ούτε της χώρας που προήλθαν. Είναι ένα πρόβλημα για το σύστημα ταξινόμησης και ομογενοποίησης των εθνικών κρατών, αλλά και μια δυνατότητα να σκεφτούμε πέρα από την πλάνη θεσμών και σημασιοδοτήσεων που για χρόνια καταδυναστεύουν την κοινωνία.
Στον κόσμο των αφεντικών είμαστε όλοι ξένοι
Δεν αντιλαμβανόμαστε τους μετανάστες ως μια κατηγορία που επειδή είναι καταπιεσμένη, πρόκειται με κάποιο μαγικό τρόπο να κινηθεί απελευθερωτικά. Ούτε όπως το σύνολο της αριστεράς, επιδιώκουμε να θυματοποιήσουμε το μετανάστη και να έρθουμε ως από μηχανής θεός να αναλάβουμε το έργο της σωτηρίας του. Σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούμε να αποτελέσουμε συμπλήρωμα του ανεπαρκούς κοινωνικού κράτους όπως οι διάφορες μκο. Η κοινωνική και πολιτική διαστρωμάτωση, τα σύνορα εντός της υπηκοότητας και η επισφαλής εργασία των μεταναστών αποτελούν πεδία γύρω από τα οποία μπορούμε να συναντηθούμε. Οι μετανάστες δεν είναι ξένοι, είναι παλιοί μας γνώριμοι, στο βαθμό που για την κατάστασή τους ευθύνεται το ίδιο σύστημα που απεργάζεται και τη δική μας υποταγή. Είναι αυτή η επίγνωση της κοινότητας της καταπίεσης που μας συνδέει με τους μετανάστες και που μας οπλίζει με αποφασιστικότητα ώστε να επιτεθούμε σε ό,τι μας διαχωρίζει, ό,τι μας αναγκάζει να ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας, ό,τι μας διαιρεί και μας απομονώνει. Μας ενδιαφέρει η συνάντηση με τους μετανάστες αλλά όχι στο αφηρημένο πλαίσιο ενός μεταμοντέρνου εθνικού φολκλόρ ή μιας επαφής με την πολιτισμική διαφορετικότητα. Θέλουμε να αναπτύξουμε σχέσεις αλλά θέλουμε οι σχέσεις αυτές να οικοδομηθούν σε ένα πλαίσιο αγώνα ενάντια στους διαχωρισμούς της κυριαρχίας. Η κοινότητα της καταπίεσης είναι ένα δεδομένο, αλλά αυτό που είναι απείρως πιο σημαντικό είναι το πώς αντιλαμβανόμαστε –τόσο εμείς όσο και οι μετανάστες– την καταπίεση αυτή και το τι κάνουμε για να την ανατρέψουμε. Είναι λοιπόν μέσα από μια τέτοια χειραφετητική διαδικασία, μέσα από μια κίνηση άρνησης του κατακερματισμού μας και κατάφασης της ανθρώπινης ελευθερίας και αλληλεγγύης που επιδιώκουμε να συνευρεθούμε με τα κομμάτια εκείνα των μεταναστών οι οποίοι αναγνωρίζουν στην κίνηση αυτή μια θετική αξία.
Δεν μπορούμε να εξισώσουμε τις συνθήκες εκμετάλλευσης που υπόκεινται οι μετανάστες με αυτές όσων περιλαμβάνονται στην εθνική κοινότητα. Μπορούμε όμως να αμφισβητήσουμε τους διαχωρισμούς που επιβάλλουν το κράτος και το κεφάλαιο. Να κινηθούμε ενάντια σε ό,τι κατασκευάζει τη ριζική ετερότητα του «ξένου» αλλά να αρνηθούμε παράλληλα και τη δική μας ταυτότητα, αυτή που μας αφομοιώνει στον εθνικό κορμό. Να σταθούμε εμπόδιο στην επιθετικότητα του ελληνικού εθνικού σχηματισμού. Να βαθύνουμε τις αρνήσεις μας απέναντι στην εξουσία αλλά να ανακαλύψουμε ταυτόχρονα ένα καινούργιο «από κοινού». Να αντισταθούμε στο σύνολο των καταναγκασμών που μας προκαλούν υπαρξιακή ανασφάλεια μέσα στο χώρο εργασίας και ακόμη περισσότερο έξω από αυτόν. Να δώσουμε νόημα στη ζωή μας, χρησιμοποιώντας τις δεξιότητες και τη δημιουργικότητα μας για να αγωνιστούμε ενάντια στο υπάρχον και να οικοδομήσουμε σχέσεις σύμφωνα με τις επιθυμίες μας και όχι τις ανάγκες του εμπορεύματος.
Η δράση μας πρέπει να ασκεί πίεση και προς την πλευρά θεσμικών παραχωρήσεων (χαρτιά, άδειες παραμονής, ληξιαρχικές πράξεις γέννησης), δείχνοντας αλληλεγγύη σε τέτοιου είδους κινήσεις των ίδιων των μεταναστών. Στα πλαίσια όμως μιας ριζοσπαστικής αντιεξουσιαστικής δράσης, η νομιμοποίηση στην οποία στοχεύουμε είναι η κοινωνική. Αυτή που ούτε αφομοιώνει την ετερότητα, καταβροχθίζοντάς την σε όλο και πιο διαφορετικούς συνδυασμούς καταναλωτικής μανίας, ούτε την κρατά μακριά οροθετώντας την ως το απόλυτο έξω. Να αντιληφθούμε τους εαυτούς μας ως ανολοκλήρωτους, να αποστασιοποιηθούμε από την αυτεπιβεβαίωση της ταυτότητάς μας, να εξερευνήσουμε αξίες συμβατές με το όραμα της ανθρώπινης χειραφέτησης, που είναι η απελευθέρωση όλων μας από τα δεσμά των κυρίαρχων αξιών. Διότι η απελευθέρωση δεν είναι μόνο να απαλλαγούμε από το χέρι που μας χειραγωγεί, αλλά και να απλώσουμε το χέρι μας προς τους άλλους. Εδώ δεν υπονοείται ότι η λύση απέναντι σε ένα κράτος που αποκλείει μέσα από την ομοιομορφία της κατασκευασμένης εθνικής ταυτότητας είναι η κοινή συμβίωση σε ένα καθεστώς πολυπολιτισμικότητας. Αυτό απλώς εξασφαλίζει τη διατήρηση της έννομης τάξης μέσα από την ανοχή σε κοινοτιστικού, φυλετικού, θρησκευτικού τύπου ιδιαιτερότητες (που συνήθως είναι εξίσου καταπιεστικές), που αποτρέπουν τη συνολική αμφισβήτηση και τη συλλογική δράση που σπάει τους διαχωρισμούς. Στόχος είναι η συνάντηση, όχι η ενότητα που εξομοιώνει. Μια συνάντηση που ψηλαφά τους δρόμους της ριζικής αμφισβήτησης μέσα από τις εμπειρίες που αναχωρούν από το παρόν, θέλοντας να φτάσουν στο μέλλον. Αναζητώντας τα κατώφλια της αλληλεγγύης και της κοινωνικής ελευθερίας σε όλα τα πεδία των καθημερινών σχέσεων και των οργανωμένων αντιστάσεων, ακόμη και στους πιο εχθρικούς τόπους, στα σύνορα και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.








